Το χαμένο «Άγιο Δισκοπότηρο» του ποδοσφαίρου

Μια μέρα Δεκεμβρίου σαν και αυτή πριν από χρόνια εθεάθη για τελευταία φορά το ολόχρυσο τρόπαιο Ζιλ Ριμέ. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση πως το πιο… ιερό αντικείμενο στο χώρο του ποδοσφαίρου είναι το τρόπαιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Και μπορεί το χαρακτηριστικό χρυσό αγαλματίδιο που κρατάει την υδρόγειο να είναι το «Άγιο δισκοπότηρο» αλλά το εν λόγω τρόπαιο θεσπίστηκε από το μουντιάλ του 1974 αφού η Βραζιλία έκανε για πάντα δικό της το προηγούμενο τρόπαιο όταν και έγινε η πρώτη ομάδα που το κατέκτησε τρεις φορές. Μπορεί το 1966 να είχε κλαπεί αλλά η μοίρα εκείνου του τροπαίου ήταν να ξανακλαπεί σε άλλη χώρα, σε άλλη ήπειρο και πλέον να αποτελεί απλά και μόνο μια ανάμνηση.

Του Καλλιτσάρη Ιωάννη

Αν το τρόπαιο Ζιλ Ριμέ ήταν άνθρωπος θα είχε να εξιστορήσει ατέλειωτες ιστορίες, απαγωγές, περιπέτειες και αποδράσεις. Ως γνωστόν, η Ουρουγουάη ως πρώτη κάτοχος του παγκοσμίου κυπέλλου έγινε η πρώτη πατρίδα του τροπαίου το 1930. Ακολούθησαν η δύο συνεχόμενες κατακτήσεις από την Ιταλία, το 1934 και το 1938, με αποτέλεσμα η Β Παγκόσμιος Πόλεμος να βρει το τρόπαιο «κάτοικο Ρώμης». Πρόεδρος της ιταλικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας και ταυτόχρονα και αντιπρόεδρος της παγκόσμιας ομοσπονδίας ήταν ο Οτορίνο Μπαράσι. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, ο Μπαράσι πήρε μυστικά το τρόπαιο από τη θυρίδα τραπέζης στη Ρώμη όπου φυλασσόταν και για να το προστατέψει από του ναζί το έβαλε σε ένα κουτί παπουτσιών και το έκρυψε κάτω από το κρεβάτι του. Αφού ο «εφιάλτης» του Β Παγκοσμίου Πολέμου τελείωσε το 1945 ο Μπαράσι επέστρεψε το τρόπαιο στη θέση του σώο και ασφαλές. Ένα χρόνο μετά ήρθαν τα… βαφτίσια, καθώς το τρόπαιο απέκτησε το όνομα «Ζιλ Ριμέ» προς τιμήν του Γάλλου εμπνευστή του Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Είναι γεγονός πως η σημερινή συνήθεια των νικητών να σηκώνουν το τρόπαιο μετά την απονομή δεν υπήρχε εκείνα τα χρόνια. Γι’ αυτό άλλωστε, στις εικόνες και τα βίντεο που έχουμε από τα πρώτα παγκόσμια κύπελλα, οι αρχηγοί παραλαμβάνουν το κύπελλο και πηγαίνουν αμέσως μετά για τις καθιερωμένες αναμνηστικές φωτογραφίες μαζί με την ομάδα. Η πρώτη «άρση» έγινε ουσιαστικά το 1958 στη Σουηδία όπου Πελέ, Γκαρίτσα και οι λοιποί κατέκτησαν την κορυφή του κόσμου για πρώτη φορά για τη Βραζιλία και αυτό γιατί οι φωτογράφοι ήθελαν καλύτερη εικόνα του τροπαίου.

Το 1966 οικοδέσποινα του παγκοσμίου κυπέλλου ήταν η Αγγλία. Η πατρίδα του ποδοσφαίρου είχε την ευκαιρία να διεκδικήσει τον τίτλο της Παγκόσμιας πρωταθλήτρια για πρώτη φορά με τη δύναμη της έδρας. Το μουντιάλ ήτα προγραμματισμένο να ξεκινήσει τον Ιούλιο του 1966 οπότε τον Μάρτιο εκείνου του έτους, στις εκδηλώσεις που προετοίμαζαν το αγγλικό κοινό για τη διοργάνωση το τρόπαιο εκτέθηκε στο κοινό στη Μεθοδιστική Κεντρική Αίθουσα του Ουέστμινστερ. Βρισκόταν μέσα σε ένα γυάλινο ντουλάπι με λουκέτο και πέντε φύλακες είχαν επιφορτιστεί με το καθήκον της φρούρησής του. Ομως, εκείνη την Κυριακή η αίθουσα χρησιμοποιήθηκε για τις υπηρεσίες των μεθοδιστών και οι φύλακες είχαν ρεπό. Μέχρι το απόγευμα εκείνης της Κυριακής κανένας δεν είχε αντιληφθεί ότι το τρόπαιο είχε κλαπεί μέχρι τη στιγμή που ένα μέλος των Μεθοδιστών, ο Τζορτζ Φράνκλιν παρατήρησε ότι το τρόπαιο δεν βρίσκεται στη θέση του. Αστυνομικοί που ερεύνησαν το χώρο διαπίστωσαν ότι κάποιος είχε σπάσει το λουκέτο του ντουλαπιού και το είχε αφαιρέσει, ενώ οι πίσω πόρτες του κτιρίου ήταν παραβιασμένες.

Η Αγγλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία έβαλε τόσο την αστυνομία όσο και πολλούς ντετέκτιβ να ερευνήσουν την υπόθεση καθώς η έναρξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου πλησίαζε και η απώλεια του τροπαίου θα αποτελούσε το υπέρτατο ντροπιαστικό γεγονός. Ταυτόχρονα, είχε δωθεί η εντολή στον αργυροχόο Τζορτζ Μπερντ να δημιουργήσει μια ρεπλίκα του τροπαίου.

Ο πρόεδρος της Αγγλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας και της Τσέλσι, Τζο Μίαρς, δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από έναν άγνωστο και ταυτόχρονα έλαβε ένα κομμάτι του τροπαίου Ζιλ Ριμέ και ένα σημείωμα που απαιτούσε 15.000 λίρες. Η ομοσπονδία ήταν έτοιμη να συνεργαστεί και συμφώνησε να  γίνει η ανταλλαγή στο πάρκο Μπάτερσι.

Παρά τις προειδοποιήσεις του αγνώστου, ο Μίαρς επικοινώνησε με την αστυνομία σχετικά με το τηλεφώνημα για τα λύτρα. Η αστυνομία ήρθε σε επαφή με μια τράπεζα, έφτιαξε ψεύτικες δέσμες χαρτονομισμάτων από συνηθισμένο χαρτί, τοποθετώντας στο πάνω και κάτω μέρος αληθινά χρήματα και τα τοποθέτησε σε μια βαλίτσα. Δύο αστυνομικοί συνόδευσαν τον Μίαρς στο πάρκο, παριστάνοντας τους συνεργάτες του. Ο ένας απ’ αυτούς οδήγησε το αυτοκίνητο του Μίαρς στο πάρκο, συναντήθηκε με τον «Τζάκσον» και του έδωσε τη βαλίτσα με τα ψεύτικα χρήματα, ζητώντας του να δει το τρόπαιο. Η επιχείρηση «στράβωσε» όταν ο «Τζάκσον» παρατήρησε πως πίσω από το όχημα του Μίαρς, ακολουθούσε ένα φορτηγάκι. Επιχείρησε να το σκάσει, αλλά συνελήφθη. Λίγο αργότερα ταυτοποιήθηκε ως Εντουαρντ Μπέτσλι, 46 ετών, πρώην στρατιώτης, ενώ ένα από τα μέλη των Μεθοδιστών τον αναγνώρισε ως τον περίεργο άνθρωπο που είδε να μπαίνει στην αίθουσα του Ουέστμινστερ την ημέρα που έγινε η κλοπή.

Και εκεί που φάνηκε ότι η εύρεση του τροπαίου θα ήταν πια μια χαμένη υπόθεση η λύση ήρθε από ένα σκυλάκι, τον Πινκς. Ο Ντέιβιντ Κόρμπετείχε βγάλει βόλτα το σκύλο του, Πινκς. Ένα πακέτο τυλιγμένο σε εφημερίδα, δίπλα στη ρόδα ενός αυτοκινήτου, τράβηξε την προσοχή του Πινκς που άρχισε να γαβγίζει έντονα. Ο Κόρμπετ είδε το πακέτο, το σήκωσε και το άνοιξε. Έκπληκτος είδε ένα χρυσό αγαλματίδιο με φτερά, που κρατούσε ένα δίσκο που έγραφε Γερμανία, Ουρουγουάη, Βραζιλία και Ιταλία. Ετρεξε αμέσως ενθουσιασμένος στο σπίτι του και άρχισε να φωνάζει στη γυναίκα του (που δεν είχε καμία σχέση με το ποδόσφαιρο) «Βρήκα το Παγκόσμιο Κύπελλο! Βρήκα το Παγκόσμιο Κύπελλο!». Το Ζιλ Ριμέ, το σημαντικότερο ποδοσφαιρικό έπαθλο είχε σωθεί από ένα σκυλάκι!

Με την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου από τη Βραζιλία το 1970, η Σελεσάο έγινε η πρώτη εθνική ομάδα που το κατέκτησε τρεις φορές. Προς τιμήν της, η FIFA χάρισε το τρόπαιο στη βραζιλιάνικη ομοσπονδία ενώ για την επόμενη διοργάνωση, που διεξήχθη και κατακτήθηκε από τη Δυτική Γερμανία το 1974, καθιερώθηκε το νέο τρόπαιο, αυτό που βλέπουμε μέχρι και τις μέρες μας και ονομάζεται Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA. Το παλιό ωστόσο είχε πάρει τη θέση του στα γραφεία της βραζιλιάνικης ομοσπανδίας μέσα σε αλεξίσφαιρο τζάμι.

Ο Σέρζιο Περέιρα Άιρες, ή αλλιώς Σέρζιο Περάλτα, αποτελούσε εκπρόσωπο της Ατλέτικο Μινέιρο και αυτό του έδινε την ευκαιρία να βρεθεί στα γραφεία της ομοσπονδίας. Είδε το τρόπαιο και δεν άργησε να του μπει η ιδέα της κλοπής του. Δεν αρκούσε μόνο ένας, όμως, για μια τέτοια κλοπή. Έτσι απευθύνθηκε στον Αντόνιο Σέτα, ένας από τους πιο ξακουστούς ληστές χρηματοκιβωτίων στη χώρα. Ο Σέτα ωστόσο ήταν απόλυτα αρνητικός καθώς όπως είπε ήταν πατριωτικό ζήτημα και επιπλέον ο αδερφός του είχε πεθάνει από καρδιακή προσβολή βλέποντας από την τηλεόραση την εθνική ομάδα να σηκώνει το Παγκόσμιο Κύπελλο το 1970 στο Μεξικό.

Δεύτερη επιλογή για τον Περάλτα ήταν ένας άλλος φίλος του, ο Φρανσίσκο Ρότσα, γνωστός και ως Chico Barbudo («μουσάτος»). Ο Ρότσα ήταν πρώην αστυνομικός και νυν κλεπταποδόχος και η ιδέα της κλοπής τον βρήκε απόλυτα θετικό. Επιπλέον, ο Ρότσα πρότεινε να μπει στο κόλπο και ένας δικός του φίλος, τον Ζοζέ Λουίζ Βιέιρα ντα Σίλβα, ή αλλιώς Bigode («μουστάκι»), διακοσμητή στο επάγγελμα.

Ο Περάλτα ζωγράφισε σχέδια του κτιρίου και ο Ρότσα επιχείρησε να φτάσει αναγνωριστικά μέχρι τον 9ο όροφο του κτιρίου, όπου βρισκόταν το τρόπαιο, υποδυόμενος τον δημοσιογράφο. Τον σταμάτησε η γραμματέας της ομοσπονδίας Σόνια Μεκάρε, και δεν του επέτρεψε να ανέβει ούτε όταν της είπε ότι είχε προγραμματίσει συνέντευξη με τον πρόεδρο της CBF Ζιουλίτε Κοουτίνιο.

Το βράδυ της Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 1983, δύο άντρες με μάσκα, ο Ρότσα και ο Λουίζ, μπήκαν κρυφά στα γραφεία της ομοσπονδίας και έδεσαν τον 55χρονο νυχτοφύλακα Ζοάο Μπατίστα Μαΐα. Στη συνέχεια, πήραν τα κλειδιά από το νυχτοφύλακα, ανέβηκαν στον 9ο όροφο και αφού αφαίρεσαν το ξύλινο πλαίσιο και το αλεξίσφαιρο τζάμι, πήραν το τρόπαιο Ζιλ Ριμά και μαζί ακόμα τρία χρυσά τρόπαια που βρίσκονταν στον χώρο. Στην «επιχείρηση» βρισκόταν και ο Περάλτα που ήταν ο τσιλιαδόρος και περίμενε έξω από το κτίριο.

Οι τίτλοι των εφημερίδων έγραψαν για κλοπή της «εθνικής υπερηφάνειας». Σύντομα συνελήφθησαν δύο φροντιστές του κτηρίου που θεωρήθηκαν ύποπτοι αλλά και ο νυχτοφύλακας, καθώς η κόρη του τον έψαχνε στο κτίριο την ώρα της ληστείας. Ο Σέτα, όμως, όταν έμαθε για την υπόθεση κατάλαβε πως αυτό ήταν δουλειά του Περάλτα και έσπευσε να ενημερώσει την αστυνομία, αν και κανένας δεν τον πίστεψε.

Παρόλα αυτά, λίγες μέρες μετά, στις 25 Ιανουαρίου ο Περάλτα συνελήφθη. Αφού του φόρεσαν κουκούλα και τον μετέφεραν σε άγνωστο μέρος, οι αστυνομικοί τον άφησαν τρεις μέρες χωρίς φαγητό και τον βασάνισαν. Σύντομα συνελήφθησαν και οι συνεργοί του αλλά όλοι τους αρνήθηκαν τις κατηγορίες. Στην ανάκρισή τους έπεσαν σε αντιφάσεις και υποστήριξαν ότι τους έκλεψαν οι αστυνομικοί στις έρευνες των σπιτιών τους. Ο Ρότσα αποκάλυψε την συμμετοχή ενός ακόμη ατόμου, του Αργεντινού Χουάν Κάρλος Ερνάντες. Όλα δείχνουν πως ο Ερνάντες ήταν ο τελικός αποδέκτης του τροπαίου που τελικά το έλιωσε για το χρυσό του.

Τον Φεβρουάριο του 1984, δώδεκα αστυνομικοί έκαναν έφοδο στο κατάστημά αγοράς και πώλησης χρυσού, που αρχικά είχε ανοίξει ο Ερνάντες με την επωνυμία «JC Hernandez», αλλά στη συνέχεια πήρε το όνομα «Aurimet», που μπορεί να αναλυθεί και ως «Auri» («χρυσός») και rimet («Jules Rimet»).

Οι τρεις Βραζιλιάνοι καταδικάστηκαν σε εννέα χρόνια κάθειρξης ενώ ο Ερνάντες σε τρία χρόνια φυλάκισης. Όλοι τους, όμως, επέδρασσαν. Το τέλος τους βέβαια δεν ήταν ευχάριστο. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1989, πέντε άντρες πυροβόλησαν και σκότωσαν τον Ρότσα, με συνέπεια οι δύο θάνατοι να εγείρουν υποψίες σχετικά με την επιθυμία κάποιων να «κλείσει» με αυτόν τον τρόπο η υπόθεση.

Ο Περάλτα δραπέτευσε από το σωφρονιστικό ίδρυμα που κρατείτο και εγκαταστάθηκε στο Κάμπο Φρίο του Ρίο, όπου εργαζόταν ως προπονητής ποδοσφαίρου και μιλούσε συχνά για το άθλημα με στρατιώτες από το γειτονικό στρατόπεδο, που δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι πρόκειται για καταζητούμενο. Συνελήφθη εν τέλει στις 13 Ιουλίου 1994 και βγήκε από τη φυλακή με όρους τον Σεπτέμβριο του 1998, ενώ πέθανε από καρδιακή προσβολή πέντε χρόνια αργότερα, αρνούμενος πάντα τη συμμετοχή του στη ληστεία. Ο Λουίζ συνελήφθη το 1995 και κάθισε τρία χρόνια στη φυλακή. Μέχρι σήμερα αρνείται να μιλήσει για την υπόθεση. Ο Ερνάντες συνελήφθη από μυστικούς αστυνομικούς το 1998, σε μία στάση λεωφορείου στο Σάο Πάουλο, κρατώντας μία τσάντα με 7,750 κιλά βολιβιανής κοκαΐνης, την οποία θα πουλούσε για 200.000 ρεάλς. Έμεινε στη φυλακή μέχρι τις 21 Μαρτίου 2005, όταν αποφυλακίστηκε με όρους.

Ποτέ δε βρέθηκε το αληθινό τρόπαιο Ζιλ Ριμέ και όπως όλα δείχνουν δεν υπάρχει πια. Το κύπελλο, ωστόσο, δεν ήταν κατασκευασμένο από καθαρό χρυσό οπότε όλη η υπόθεση ίσως και να έγινε τζάμπα. Όπως ήταν λογικό, η βραζιλιάνικη ομοσπονδία έδωσε εντολή για κατασκευή μια ρέπλικας που θα αντικαθιστούσε το γνήσιο. Το έργο ανέλαβε ένας Γερμανός χρυσοχόος χρησιμοποιώντας 1,8 κιλά χρυσού και έγινε δωρεά στη CBF από την εταιρία «Kodak». Η ρεπλίκα παρουσιάστηκε στον δικτάτορα της Βραζιλίας Ζοάο Φιγκερέντο το 1984. Το μοναδικό κομμάτι του τροπαίου «Ζιλ Ριμέ» που διασώθηκε ήταν η μπλε οκτάγωνη βάση του, η οποία βρέθηκε στα γραφεία της FIFA το 2015 και από τον Μάρτιο του 2016 εκτίθεται στο μουσείο της στη Ζυρίχη.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *