Alphonso Ford: Ο μεγλύτερος killer του ευρωπαϊκού μπάσκετ

Ο πρωταθλητισμός είναι συνυφασμένος με ανταγωνισμό, διακρίσεις, ρεκόρ και ορόσημα. Είτε μιλάμε για αιώνια ποδοσφαιρικά διλήμματα, όπως Πελέ ή Μαραντόνα, Μέσι ή Ρονάλντο είτε για μπασκετικά, Τζόρνταν ή Τζέιμς, θα υπάρχει πάντα το ζήτημα της σύγκρισης. Πως ορίζεται ωστόσο ο καλύτερος; Ο βασικότερος και, ίσως, και πιο καθοριστικός παράγοντας είναι το σκοράρισμα.

Του Καλλιτσάρη Ιωάννη

Τη δεύτερη κιόλας μέρα του 2020 έφερε τον Βασίλη Σπανούλη στην κορυφή της λίστας των σκόρερ της Euroleague. Με 4152 σε 341 παιχνίδια, ο Χουάν Κάρλος «Λα μπόμπα» Ναβάρο ήταν μέχρι εκείνη τη στιγμή ο πιο δεινός σκόρερ των ευρωπαϊκών γηπέδων. Η γενιά των σημερινών 30άριδων έχει απολαύσει όλη τη διαδρομή αυτών των δύο θρύλων από το ξεκίνημα έως και την καταξίωση τους, έχει τιναχτεί από καναπέδες και καρέκλες με τα μεγάλα buzzer beater του Σπανούλη, είτε φορώντας πράσινα είτε κόκκινα είτε γαλανόλευκα, και έχει βρίσει με τα απίστευτα καλάθια του Ναβάρο, που και ως παίκτης της Μπαρτσελόνα και ως παίκτης της εθνικής Ισπανίας, είναι το μοναδικό χάρισμα να σε εκνευρίζει αφόρητα αλλά στο τέλος να κερδίζει το σεβασμό σου.

Μπορεί ο Σπανούλης να ξεπέρασε τους 4152 πόντους και να έγινε ο πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης αλλά δεν είναι ο μόνος που διεκδικεί τον τίτλο του απόλυτου killer. Ως γνωστόν δεν μετράει μόνο ο απόλυτος αριθμός πόντων αλλά και ο μέσος όρος. Σε αυτή την κατηγορία κορυφαίος όλων είναι ο άλλοτε παίκτης του Ολυμπιακού και του Περιστερίου αλλά και του Σπόρτινγκ και του Παπάγου, ο τεράστιος και αείμνηστος Αλφόνσο Φορντ. Η διαδικασία σύγκρισης και ανάδειξης του καλύτερου από αυτούς τους δύο είναι ανούσια, ωστόσο ο Φορντ με 22,2 πόντους ανά παιχνίδι διατηρεί την πρωτιά στη σχετική λίστα. Το 22,2 πόντοι ανά παιχνίδι μοιάζει εξωπραγματικό παρ’ ότι το δείγμα είναι αρκετά μικρό, μόλις 54 παιχνίδια. Ο Φορντ αγωνίστηκε στην Euroleague με τη φανέλα του Περιστερίου, εν συνεχεία του Ολυμπιακού και τέλος της Σιένα, σε μία διοργάνωση που ξεκίνησε το φθινόπωρο του 2000.

Ο «θρυλικός» Αλφόνσο Φορντ αποτελούσε την απόλυτη καλαθομηχανή. Άλλωστε το βραβείο του πρώτου σκόρερ της Euroleague έχει το όνομά του (Alphonso Ford award). Ο Αμερικανός γκάρντ ήταν ο πρώτος παίκτης στην ιστορία του κολεγιακού πρωταθλήματος που είχε μέσο όρο τουλάχιστον 25 πόντους και στις 4 χρονιές του. Παρ’ όλα αυτά, το NBA… σφύριξε αδιάφορα και από τους Φιλαδέλφεια 76ερς και την Ουέσκα βρέθηκε στον Παπάγου. Σε μια εποχή που το ελληνικό μπάσκετ αποτελούσε «θέαμα πολυτελείας», ο Φορντ ήταν ένας από τους πιο λαμπρούς αστέρες ακόμα και αν, με εξαίρεση τη σεζόν 2001-2002 που έπαιξε στον Ολυμπιακό, δεν αγωνίστηκε σε ομάδα τίτλου. Το πιο εντυπωσιακό είναι πως όλα αυτά τα κατορθώματα τα έκανε έχοντας διαγνωστεί με λευχαιμία το 1997. Συνέχισε, όμως, να παίζει μπάσκετ, να εντυπωσιάζει και να σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο.

Ο Φορντ διάλεξε να πεθάνει όπως ήθελε ο ίδιος, παίζοντας μπάσκετ. Κάποια στιγμή το 2002 είπε ότι θα σταματούσε το μπάσκετ για να μπορέσει να αφοσιωθεί στο ψάρεμα και την οικογένειά του. Όχι μόνο δεν το τήρησε αλλά υπέγραψε διετές συμβόλαιο στη Σκαβολίνι. Μετά το τέλος της σεζόν 2003-2004 ανακοίνωσε ότι θα γυρίσει για την επόμενη. Δε γύρισε ποτέ. Τον Αύγουστο του 2004 ανακοίνωσε ότι πάσχει από λευχαιμία, ζήτησε συγγνώμη από τη Σκαβολίνι που δε θα μπορούσε να τιμήσει το συμβόλαιό του και εισήχθη σε νοσοκομείο του Μέμφις στα 33 του χρόνια. Μια βδομάδα μετά, ο σπουδαίος αυτός αθλητής, ο χαμογελαστός άνθρωπος, άφησε αυτό τον κόσμο. Έχοντας κατακτήσει αμέτρητους ατομικούς τίτλους αλλά μόλις έναν ομαδικό (το κύπελλο Ελλάδας του 2002 με τον Ολυμπιακό) αποτελεί πλέον μια ανάμνηση από αυτές που φτάνουν στα όρια του μύθου.

Η φανέλα του αποσύρθηκε τόσο από το Παπάγου όσο και από το Περιστέρι. Και αν ο ΑΣ Παπάγου αποτελεί πλέον μια συνοικιακή ομάδα, το νούμερο 10 θα βρίσκεται για πάντα στην οροφή του κλειστού «Ανδρέας Παπανδρέου» στο Μαρούσι θυμίζοντας πως ο απόλυτος «εκτελεστής» του ευρωπαϊκού μπάσκετ έπαιξε εκεί. Η δεκαετία του 1990’ μοιάζει σαν ένα όνειρο, σαν μια ρομαντική εποχή που το μπάσκετ μεσουρανούσε σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Αυτό γιατί παίκτες σαν τον Φορντ, τον Ουίλκινς, τον Ρίβερς, τον Πάσπαλιε, τον Ράτζα, τον Στογιάκοβιτς και ένα σωρό άλλους έκαναν τα παιδικά μας χρόνια μαγικά.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *