Η τελευταία πραγματική σάμπα

Το Jogo Bonito δεν αποτελεί μόνο ένα σλόγκαν αλλά ταυτότητα. Η Βραζιλία μπορεί να μην είναι η «μητέρα» του ποδοσφαίρου και αυτή που το γέννησε αλλά είναι η «θετή μητέρα» του, αυτή που το πήρε, το μεγάλωσε και το εξέλιξε σε τέχνη. Το Jogo Bonito δεν είναι απλά το όμορφο ποδόσφαιρο που μας δίδαξε για δεκαετίες η πανέμορφη χώρα της Λατινικής Αμερικής αλλά αυτό που μας έκανε να κατηγοριοποιήσουμε το ποδόσφαιρο ανάμεσα στη ζωγραφική και την ποίηση, σαν ένα αριστούργημα. Μπορεί το ποδόσφαιρο να είναι πλέον κυνικό, περισσότερο απολεσματικό και λιγότερο θεαματικό αλλά η εθνική ομάδα της Βραζιλίας του 2002 ήταν οι τελευταίαοι των… θεαματικών που συνδύασαν απόλαυση και αποτέλεσμα, πριν το Jogo Bonito χαθεί στη λήθη των αναμνήσεων. Πέρασαν λοιπόν 18 χρόνια από την τελευταία (ως τώρα) κατάκτηση Παγκοσμίου Κυπέλλου από τη Βραζιλία και από τότε λησμονούμε το υπέροχο παιχνίδι που μας πρόσφεραν.

Του Καλλιτσάρη Ιωάννη

Κατά συντριπτική πλειοψηφία το φίλαθλο κοινό θεωρεί τη Βραζιλία του 1970 ως την καλύτερη εθνική ομάδα που έχει υπάρξει. Και πως να μην ισχύει κάτι τέτοιο όταν μια ομάδα με τον Πελέ στα καλύτερά του και «καλλιτέχνες» όπως ο Τοστάο, Ριβελίνο, Κάρλος Αλμπέρτο και πολλούς ακόμα κατέκτησαν το Παγκόσμιο Κύπελλο αφήνοντας αλησμόνητες μνήμες στην αιωνιότητα. Η Βραζιλία του 2002, ωστόσο, πολλές φορές λογίζεται απλά ως μια καλή ομάδα που κατέκτησε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο ενώ στην πραγματικότητα ήταν μια ομάδα «κόσμημα».

Το γεγονός πως η ομάδα του 2002 κατέκτησε το Μουντιάλ με 7 νίκες σε 7 παιχνίδια και ουσιαστικά απειλήθηκε μόνο στην πρεμιέρα της, κόντρα στην Τουρκία, αποτελεί από μόνο του ένα παράσημο. Αν ξεκινήσουμε από το ρόστερ θα δούμε πως υπήρχε ένα ρόστερ γεμάτο παίκτες που όχι μόνο άφησαν το στίγμα τους στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο αλλά αποτέλεσαν «αρτίστες», παίκτες που η καριέρα τους ήταν γεμάτη ατέλειωτα highlight, ικανοί να παίξουν στις καλύτερες ομάδες της εποχής τους.

Ας ξεκινήσουμε από τον MVP, το Ρονάλντο. Το «φαινόμενο» ήταν ξεκάθαρα φαινόμενο, κατά πολλούς ο κορυφαίος επιθετικός που έχει παίξει ποτέ. Ειδικά στην εποχή εκείνη, γυρίζοντας από τραυματισμούς που θα είχαν μετατρέψει οποιονδήποτε άλλο παίκτη σε βετεράνο, ο Ρονάλντο έδωσε μοναδικές… παραστάσεις, δείχνοντας πως κανένας δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Ο Ριβάλντο, πλάι του, ήταν ο ιδανικότερος «συνοδηγός». Σπάνιο ταλέντο, ηγετική φυσιογνωμία και με ένα αριστερό πόδι που ελάχιστοί ποδοσφαιριστές διέθεταν. Η τριάδα των “R” συμπληρώνονταν με τον Ροναλντίνιο. Τα λόγια είναι πολύ φτωχά για να περιγράψουν ένα ταλέντο που μπορεί να συγκριθεί μόνο με Πελέ, Μαραντόνα και Κρόιφ. Ο Ροναλντίνιο, σε μια εποχή που ουσιαστικά μας συστήθηκε για τα καλά, ήταν ένας παίκτης που μπορούσε να κάνει οτιδήποτε στον αγωνιστικό χώρο. Το γκολ του κόντρα στην Αγγλία φανέρωνε το μεγαλειώδες ταλέντο του που συνδύαζε απίστευτες ικανότητες και μοναδική ευφυία.

Και αν αυτή η τριάδα ήταν το επίκεντρο υπήρχαν γύρο τους παίκτες όπως ένας από τους καλύτερους αριστερούς μπακ που έχουμε δει, ο Ρομπέρτο Κάρλος, αμυντικοί όπως ο Λούσιο, μέσοι όπως ο Ζιλμπέρτο Σίλβα και ο Εντμίλσον, στο τέρμα ο Μάρκος αλλά και «δεύτεροι ρόλοι» αλλά εξίσου λαμπεροί όπως ο Κλέμπερσον, που μπορούσε να τρέχει για τρία συνεχόμενα ματς χωρίς σταματημό αλλά και ο μεγαλύτερος ντριμπλέρ, ο Ντενίλσον, και φυσικά ο πιστιρικάς, τότε, αλλά πολλά υποσχόμενος Κακά. Ο καλύτερος «συνδετικό κρίκος» ήταν ο αρχηγός, ο Καφού. Ένα δεξί μπακ που για πολλούς δεν ξεπεράστηκε ούτε από τον Ντάνι Άλβες, ούτε από τον Μαϊκόν ούτε από κανέναν από όσους ακολούθησαν.

Η Βραζιλία το 2002 ξεκίνησε τα παιχνίδια της κόντρα στην Τουρκία, όπου ζορίστηκε, κλήθηκε να ανατρέψει το 0-1, έφτασε σε σημείο να γελοιοποιηθεί ο Ριβάλντο με εκείνο το αστείο θέατρο με την μπάλα που τον χτύπησε στο πόδι αλλά αυτός έπιανε το πρόσωπό του αλλά εν τέλη κέρδισε με 2-1. Η Κίνα και η Κόστα Ρίκα αποδείχθηκαν έρμαια στις ορέξεις των Βραζιλιάνων και δέχτηκαν 4 γκολ η μία και 5 η άλλη. Στα νοκ άουτ, πρώτο εμπόδιο ήταν το αξιόλογο Βέλγιο, το οποίο λύγισε από τα γκολ των Ρονάλντο και Ριβάντο, εν συνεχεία η πολύ δυνατή Αγγλία, σε ένα παιχνίδι που κατά πολλούς ο νικητής θα έπαιρνε και το τρόπαιο, και στον ημιτελικό η Τουρκία, που αυτή τη φορά δεν μπόρεσε να ζορίσει το ίδιο τη Σελεσάο. Η ουσία, λοιπόν, είναι πως οι Καριόκας παίζοντας πολύ όμορφο ποδόσφαιρο, σκόραραν κατά ριπάς, εξολόθρευσαν κάθε αντίπαλο που βρέθηκε μπροστά τους και δεν ένιωσαν να απειλούνται ποτέ, ούτε καν από την Αγγλία που είχε προηγηθεί στον προημιτελικό με το γκολ του Όουεν.

Η Γερμανία, μπορεί να ήταν δεδομένα μια μεγάλη δύναμη στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, αλλά εκείνη τη χρονιά δεν αποτελούσε υπερομάδα, πόσο μάλλον με την απουσία του καλύτερού της παίκτη από τον τελικό, του Μίκαελ Μπάλακ. Το ερωτηματικό στον τελικό ήταν Ρονάλντο ή Καν; Ο καλύτερος επιθετικός κόντρα στον καλύτερο αμυντικό. Ο Ρονάλντο, όμως, είχε καλύτερους συμπαίκτες από τον Καν και αυτό ήταν το μυστικό σε εκείνον τον τελικό. Ένα (σπάνιο) λάθος από τον Γερμανό τερματοφύλακα αλλά και ένα γκολ για όσκαρ σκηνοθεσίας, σε συνάρτηση με την επιθετική διορατικότητα, την αποτελεσματικότητα και την εξυπνάδα του Ρονάλντο ήταν ικανά για να κρίνουν τον τελικό.

Η ομάδα αυτή όχι μόνο κατέκτησε την κορυφή του κόσμου αλλά δεν κινδύνευσε από κανέναν. Και αυτό κυρίως γιατί το παιχνίδι της ήταν αυτό που ήξεραν και αγαπούσαν οι Βραζιλιάνοι, το όμορφο, ελεύθερο ποδόσφαιρο, χωρίς σκοπιμότητες και απόλυτη πειθαρχία. Όταν βγαίνεις από τα στενά όρια του «πρέπει» και καταργείς το modern football μπορείς να γράψεις ιστορία. Και αυτό έκανε η ομάδα του Φελίπε Σκολάρι, γιατί απλά αυτό ήξερε να παίζει, το διασκέδαζε και μαζί της διασκέδαζε όλους εμάς. Ο στόχος της επετεύχθη με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο και δυστυχώς από τότε έχουμε να δούμε μια ομάδα που να απολαμβάνει τόσο πολύ το παιχνίδι της και να προσφέρει… τέχνη στους φιλάθλους.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *